Στο Quattordici, το διάσημο ιταλικό εστιατόριο του Λονδίνου, κάθε πτυχή της εμπειρίας είναι προσεγμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια – από το πιάτο, μέχρι το ποτήρι. Γι’ αυτό και οι ετικέτες των κρασιών του δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως πληροφοριακά στοιχεία, αλλά ως επεκτάσεις του ίδιου του brand: ένα σύνολο από διακριτά, καλαίσθητα, συλλεκτικά αντικείμενα που φέρουν μέσα τους τον χαρακτήρα του χώρου.
Η σειρά ξεκινά με δύο κρασιά: ένα Merlot Veneto και ένα Soave DOC, τα οποία εκπροσωπούν δύο διαφορετικές όψεις της ιταλικής γεύσης. Το πρώτο πιο γεμάτο, βαθύ και δομημένο. Το δεύτερο, φρέσκο, ανάλαφρο και κομψό. Παρά τις αντιθέσεις τους, οι ετικέτες μιλούν την ίδια οπτική γλώσσα.


Ο βασικός σχεδιαστικός πυρήνας είναι το έντονα γραφικό “Q”, που λειτουργεί σαν εικαστικό πλαίσιο. Δεν είναι απλώς το αρχικό του Quattordici, αλλά μια οργανική μορφή που αγκαλιάζει ένα διαφορετικό πουλί και λουλούδι σε κάθε έκδοση. Στο Merlot, η παλέτα κινείται γύρω από το κόκκινο και το καφέ – χρώματα της γης και του ώριμου καρπού. Στο Soave, το αποτέλεσμα είναι πιο φωτεινό, με πράσινα φύλλα και άνθη ροδιού – παραπέμποντας σε φρεσκάδα και ανοιξιάτικο άρωμα.
Αυτές οι μικρές, φυσικές λεπτομέρειες δεν είναι διακοσμητικές. Είναι μηνύματα διάθεσης. Ο επισκέπτης του εστιατορίου αναγνωρίζει ότι κάθε κρασί έχει χαρακτήρα, και η ετικέτα του το αποτυπώνει με σεμνότητα και συνέπεια.






Η καλλιγραφική λέξη Quattordici μοιάζει με προσωπική υπογραφή. Ο σχεδιασμός παραπέμπει σε φιλικότητα, φροντίδα και οικειότητα. Δεν υπάρχουν βαριά σύμβολα ή υπερβολικά γραφιστικά εφέ. Το ύφος είναι καθαρό, ήσυχο και σίγουρο – σαν την εμπειρία που προσφέρει το ίδιο το εστιατόριο.

Ο στόχος του σχεδιασμού είναι διπλός:
1. Να ξεχωρίζει το προϊόν στο τραπέζι με διακριτικό κύρος.
2. Να μπορεί να αποτελέσει ενθύμιο εμπειρίας – μια ετικέτα που ο πελάτης θα θυμάται, ίσως ακόμα και να πάρει μαζί του.
Η σειρά των κρασιών του Quattordici δεν περιορίζεται στο να συνοδεύει τα πιάτα. Είναι μέρος του αφηγήματος. Ο σχεδιασμός, λιτός αλλά εκφραστικός, λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην αισθητική της γεύσης και την ταυτότητα του χώρου. Είναι η απόδειξη πως όταν ένα brand μιλά με συνοχή, κάθε στοιχείο – ακόμα και το πιο μικρό – γίνεται φορέας αξίας, χαρακτήρα και μνήμης.
